Posted: Οκτώβριος 31, 2012 in Χωρίς κατηγορία

Ομόνοια 2012
Θανάσης Μουτσόπουλος

 

Το 1980 ο Γιώργος Ιωάννου είχε γράψει ένα εκτενές κείμενο-ντοκουμέντο για την πλατεία Ομονοίας, για να συνοδέψει το φωτογραφικό άλμπουμ του Ανδρέα Μπέλια που κατέγραφε την Ομόνοια εκείνης της εποχής. 32 χρόνια μετά, ξανακάναμε μία βόλτα από τα ίδια μέρη.

Φωτό: Ανδρέας Μπέλιας

«Τα καφενεία που απόμειναν επάνω στην πλατεία και τα πολλά μικρά που υφίστανται μέσα στις μισοσκότεινες  γύρω στοές, αποτελούν τις βάσεις της μυστικής αυτής ζωής, που εδωπέρα βρίσκει τον κατάλληλο χώρο της, γι’ αυτό και ολοένα συμπυκνούνται», έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου πριν από 32 χρόνια, τον Αύγουστο του 1980, στο βιβλίο του «Ομόνοια 1980». «Η Ομόνοια παλιότερα είχε περισσότερη μυστική ζωή, που συντελούσαν τα πολλά και ωραία καφενεία [σημ. Το 1980 είχαν μείνει μόνο τρία, σήμερα δεν υπάρχει κανένα]. «Άλλωστε, και ο κόσμος που περπατούσε στα Χαυτεία και στην Ομόνοια ήτανε πυκνότερος. Και τώρα περνάει ο ίδιος ή ανώτερος πληθυσμός, μα δεν φαίνεται. Είναι θωρακισμένος μες στα αυτοκίνητα και είναι σαν να μην υπάρχει. Αυτό δεν μπορούν να το νιώσουν πολλοί νεότεροι, καθώς έχουν την τάση πάντα να θαρρούν πως όλα τα εξαίσια και όλα τα ανώτερα μόνο στις μέρες τους συμβαίνουν. Ο θάνατος της Ομόνοιας θα σημάνει από τη στιγμή που θα κλείσουν και τα υπόλοιπα καφενεία, κυρίως τα ισόγεια».
Από τότε η κεντρική πλατεία της Αθήνας έχει αλλάξει εντελώς. Από κυκλική έγινε τετράγωνη, στεγνή από πράσινο, τίγκα στο μπετόν, ένας τσιμεντένιος διάδρομος που τον διασχίζεις και χάνεις εντελώς την αίσθηση της «πλατείας». Χωρίς μαγαζιά, με τα ξενοδοχεία κλειστά, με μόνο σημάδι της παλιάς αίγλης τον Hondo, εκεί που παλιά βρισκόταν το ξενοδοχείο «Ομόνοια».
«Η οδός Γ’ Σεπτεμβρίου –άλλος δρόμος με νεκρό όνομα- σού υποβάλλει την ιδέα του ορμητικού ποταμού, καθώς περιμένεις για λίγο, μελετώντας στο μεταξύ την άλλη όχθη, όπου από πλευράς στασίμων ανθρώπων αλλάζουν σημαντικά τα πράγματα, και όπου το μεγάλο ξενοδοχείο «Ομόνια», με την ομώνυμη καφετέριά του στο πρώτο πέτωμα, με το ομώνυμο πορνοσινεμά στα οπίσθιά του και τα καταστήματα νενανικών κυρίως ειδών –όλο αυτό το ύποπτο εμπόριο- στα πλευρά του. Η είσοδος καφετερίας και καφενείου είναι κοινή –κι εδώ κυλιόμενες σκάλες που δεν κυλίονται, αλλά κυλιούνται τουλάχιστον οι άνθρωποι για λογαριασμό τους. Στην κοινή είσοδο, μετά τις 9, συνήθως, νεαροί με κάρτες για καμπαρέ και τα τοιαύτα, που τις πασέρνουν, όταν σε νομίσουν κατάλληλο, με επίμονη ψευτοευγένεια λαϊκών ρουφιάνων. Το κτίριο της «Ομόνοιας», μολονότι όχι και τόσο καινούργιο, εξακολουθεί να είναι πολύ άδετο με το περιβάλλον. Αυτό χτίστηκε στις αρχές του ’60 και είχαν ψιθυριστεί πολλά για την συμμετοχή στενών συγγενών υψηλών πολιτικών προσώπων. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Σ’ αυτόν τον τόπο βρισκόταν ένα θαυμάσιο καφενείο με καρέκλες στον πεζοδρόμιο –«Στέμμα» το όνομά του. Πάνω στην καφετέρια του «Ομόνοια» έρχονται στιγμές που μπορεί κανείς να ιδεί ό,τι ομορφότερο στη θωριά διαθέτει εκείνη τη στιγμή ο τόπος. Κάποτε που είχα μείνει στο ξενοδοχείο αυτό και σύχναζα, όπως είναι φυσικό, στην καφετέρια, δεχόμενος εκεί τους φίλους επισκέπτες, απορούσα καθημερινά για το τόσο μεγάλο ποσοστό ομορφιάς, που έβλεπα να συχνάζει εκεί». Το ξενοδοχείο «Ομόνοια» κατασκευάστηκε το 1961 σε σχέδια του Αντώνη Κιτσίκη, μεταφέροντας στην όψη του λίγο από την ακμάζουσα αρχιτεκτονική της Αθήνας εκείνη την εποχή. Το 1998 το εννεαόροφο κτίριο ανακατασκευάστηκε για να φιλοξενήσει το πρώτο κατάστημα των αδελφών Χόντου, αποκτώντας την «μάσκα» που του εξαφάνισε την Bauhaus αισθητική του. Σήμερα στολίζεται από τη γαλανόλευκη, για να να τονώσει το πεσμένο ηθικό των ελάχιστων που τολμούν ακόμα να διασχίσουν ακόμα την πλατεία. Την ημέρα σε λιώνει το λιοπύρι (δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο για σκιά) και το βράδυ μετατρέπεται σε «Κακόφημο δρόμο», με τζάκι, άστεγους, εμπόρους ναρκωτικών και αλλοδαπούς προστάτες που έχουν αλλάξει εντελώς την ανθρωπογεωγραφία της πλατείας. Ακόμα και ο σταθμός του ηλεκτρικού ερημώνει μετά τη δύση του ήλιου, κάνοντας παρελθόν όλα τα εμβληματικά κτίρια που ήταν κάποτε σημείο συνάντησης και χαρακτήριζαν την Ομόνοια: το καφενείο «Νέον» και το «Karlton», το «Αθήναιον» και ο «Αλέξανδρος», το εστιατόριο «Ελλάς», το «Κοτοπούλη», το «Μπάγκειον» και ο «Μπακάκος».

Ομόνοια 1980: Τριάντα χρόνια μετά
Γυρίζει γυρίζει φριχτά
Ο στρογγυλός ο δρόμος
Γυρίζουν γυρίζουν φριχτά
Στο στρογγυλό το δρόμο
Χιλίων ειδών άνθρωποι
[…]
Η κοκότα που κάνει τροτουάρ
Και ο ομοφυλόφυλος νέος
Και πίσω από το νέο
Απόστρατος ανθυπολοχαγός
[…]
Σ’ άλλους χρήματα έρωτα
Στην πλατεία Ομόνοιας δίνουν ζωή
[…]
Όλη η Αθήνα βρίσκεται στην Ομόνοια μέσα
Και οι πιο κρυφοί πόθοι εκεί πέρα ζουν
Εκεί αρχίζει ο έρωτας που πληρώνεται
Νικήτας Ράντος, Στρογγυλή Συμφωνία, 1933[i]

Η Ομόνοια Πέθανε. Ζήτω η Ομόνοια.
«Ο θάνατος της Ομόνοιας θα σημάνει από τη στιγμή που θα κλείσουν και τα υπόλοιπα καφενεία, ιδίως τα ισόγεια. Γιατί αυτό, το ισόγειο, είναι το καλό καφενείο, που επιτελεί τη λειτουργία του ως στέκι. Κιόλας τα μαγαζιά αυτά έχουν υποστεί στις μέρες μας ένα πλήγμα. Δεν διανυκτερεύει κανένα τους.»[ii] Αυτά έγραφε το 1980 ο Γιώργος Ιωάννου. Αν είχε δίκιο, η Ομόνοια έχει προ καιρού πεθάνει. Αυτό που υπάρχει στη θέση της δεν είναι παρά ένα μνημείο, ένα αστικό φάντασμα…
Όταν ο Ιωάννου κυκλοφορεί το βιβλίο Ομόνοια 1980 εκείνη τη χρονιά, με εικονογράφηση τις φωτογραφίες του Ανδρέα Μπέλια, γίνεται αποδεκτό με ανάμικτες αντιδράσεις. Οι Αθηναίοι του Κολωνακίου δυσκολεύονται να αποδεχτούν αυτή την «άλλη» Αθήνα. Μια Ομόνοια με πρεζάκια, πόρνες, τραβεστί, επαρχιώτες και φαντάρους οι οποίοι δεν περνούν από κει καθοδόν για την Ακρόπολη, λούμπεν στοιχεία που περιπλανώνται άσκοπα. Ο Ιωάννου λειτουργεί ως ο αθηναίος (έστω κι αν είναι Θεσσαλονικιός) Baudelaire που περιγράφει τους δικούς μας flâneurs.

Κρυφο-γκέι Ομόνοια
Αν η καθώς πρέπει Αθήνα και οι διανόησή της δέχεται το Ομόνοια 1980 με ανάμεικτα συναισθήματα και αμηχανία είναι, κυρίως, για τις αναφορές στο gay ψωνιστήρι που συντελείται στις γωνίες και τα στενά της πλατείας. Είναι η πρώτη φορά που αυτό εμφανίζεται σε μια mainstream έκδοση παρόλο που η ποίηση του επίσης θεσσαλονικιού Ντίνου Χριστιανόπουλου, ήδη από τη δεκαετία του ’60, είναι διάσπαρτη από τέτοιες αναφορές. Γράφει ο Ιωάννου: «Βέβαια,  το φαινόμενο που είναι περισσότερο συνδεδεμένο στη συνείδηση του κόσμου, με την Ομόνοια, είναι η ερωτική αναζήτηση, ιδίως η ομοφυλόφιλη ερωτική αναζήτηση. Όπου συχνάζουν φαντάροι, επαρχιώτες νέοι και υποψιασμένα κορμιά, είναι φυσικό να μαζεύονται και ομοφυλόφιλοι, εννοώ δηλαδή άνθρωποι πιο συνειδητοί σ’ αυτού του είδους τον έρωτα. Και τι σημασία έχει αυτό; Γιατί θεωρείται τόσο αξιομνημόνευτο στις περιγραφές και τις συζητήσεις περί Ομόνοιας; Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς δεν παρουσιάζουν καμιά διαφορά από τους άλλους. Η μόνη διαφορά τους –και μιλάμε τώρα για τα εξωτερικά στοιχεία που πιάνει ένα κοινό μάτι- ότι είναι εξαιρετικά φιλήσυχοι. Εκείνοι από αυτούς που κατατρύχονται από μια πρόκληση ενδυμασίας και ύφους είναι οι λιγότεροι και δημόσια, ιδίως στα πεζοδρόμια και στα καφενεία της Ομόνοιας, οπωσδήποτε τα περιστέλλουν. Αλλά τι σημασία έχει κι αυτό; Μήπως η μόδα τελικά δεν ακολουθεί αυτούς; Αυτοί παρουσιάζουν τα καινούργια και χλευάζονται και μετά οι περισσότεροι τα φορούν και καμαρώνουν. Τραβεστί, πάντως, δεν συχνάζουν συστηματικά στην Ομόνοια, δεν τους σηκώνει η περιοχή, όχι μόνο για αισθητικούς αλλά και για οικονομικούς λόγους. Τα πραγματικά αφεντικά της Ομόνοιας είναι οι προστάτες των μπαρ και των καμπαρέ –αυτοί εξαπλώνουν το πνεύμα τους. Οι τραβεστί αποτελούν επικίνδυνο πια επαγγελματικό συναγωνισμό, ενώ οι ομοφυλόφιλοι όχι. Άλλωστε τα περισσότερα λεφτά που προσφέρουν οι ομοφυλόφιλοι σ’ αυτούς, στα κέντρα τους, στα καφενεία τους και στα μπαρ τους, περιέρχονται. Τι να τους κάνουν οι προστάτες  τους απένταρους νέους; Αλλά και οι τραβεστί τι να τους κάνουν;»[iii]

Από την Επαρχία άφιξη στη Μυστηριώδη Μητρόπολη
Παρά τα παραπάνω σχόλια του Ιωάννου, στη βιβλιογραφία γύρω από τους τραβεστί στην Αθήνα την ίδια εποχή η Ομόνοια εμφανίζεται ως  ο πρώτος σταθμός στην εμπειρία αυτής της μυστηριώδους μητρόπολης, όπου όλα επιτρέπονται και η ανωνυμία εξασφαλίζεται. Όπως ο επαρχιώτης Χατζηχρήστος στις εμπορικές ταινίες του ’60 ξεκινάει τις περιπέτειες του στη μεγαλούπολη από την πλατεία Ομονοίας, όπου μια σειρά από faux pas συμπεριφορές από τον χωρικό με τη γκλίτσα και τον γάιδαρο (ενίοτε) θα προκαλέσουν το γέλιο της πρώτης γενιάς, αστικοποιημένων ήδη, θεατών της ταινίας, έτσι –περίπου- θα συμβεί και με τον καταπιεσμένο ομοφυλόφιλο της επαρχίας καθοδόν προς την εκπόρνευση στη μητρόπολη. Η τραβεστί Μπέττυ κυκλοφορεί το δικό της βιβλίο περίπου ταυτόχρονα με τον Ιωάννου: «Φτάσαμε στην Ομόνοια όπου καταφτάνουν όλοι οι επαρχιώτες, κρατώντας η καθεμιά μας κι από μια βαλίτσα. Κάτσαμε λοιπόν  πάνω στις βαλίτσες μας και περιεργαζόμασταν τους περαστικούς, το σιντριβάνι και τα κτίρια. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ο χρόνος θα έδειχνε τι μας περίμενε. Εκείνη τη στιγμή, ήμαστε όμως κι οι δυό μουδιασμένες για τις καινούργιες περιπέτειες που μας περίμεναν σε μια πόλη άγνωστη, τεράστια και απειλητική…»[iv]

 

Η απεικόνιση της Ομόνοιας ως κέντρο μιας (gay) ακολασίας εμφανίζεται και σε άλλες εκδόσεις, περίπου σύγχρονες της Ομόνοιας 1980, όπως αυτή του ρεπόρτερ Κώστα Τσαρούχα που ερευνά τη «βρώμικη» Αθήνα: «Γύρω μας ο ‘χώρος της άγουρης αγάπης’, στην Ομόνοια, όπως ένα βαγόνι του ηλεκτρικού την ώρα της αιχμής: λάμπες, τοίχοι, πάγκοι, σκαμπό, σε τόνους και χρώματα περίεργα. Ύποπτες φάτσες. Και πλήθος τα αγόρια. Ένα ασταμάτητο πηγαινέλα. Κορμιά, που κάνουν αισθησιακά τσακίσματα, παντελόνια στενά, έτοιμα να εκραγούν στους μηρούς, χρυσές αλυσίδες, και ματιές. Ματιές όλο νόημα. Και υποσχέσεις προς τη μεριά που κάθονται οι ‘τύποι’.  Άντρες 30-40 ή και 50 χρονών, χωρίς τίποτε το ξεχωριστό, που μπορεί να είναι επιχειρηματίες, υπάλληλοι, οικογενειάρχες. Βρίσκονται εδώ για να πληρώσουν…»
[v] Η Ομόνοια ως πρώτη στάση προς την εκπόρνευση εμφανίζεται ξανά σε άλλο σημείο του βιβλίου της Μπέττυς: «Τώρα που είχα τακτοποιηθεί κάπως, άρχισα να βγαίνω για να βρω συντροφιά. Πήγαινα στην Ομόνοια και τριγύριζα  με τις ώρες. Μια μέρα με διπλαρώνει ένας άντρας». Παρόμοιες εμπειρίες περιλαμβάνει και ο Τσαρούχας: «Στην Ομόνοια κατεβαίνω από το 1976. Στην αρχή με πήρε ένας φίλος μου μικροπωλητής. Σιγά σιγά άρχισα να μπαίνω μέσα στο κόλπο. Έχω πάει με γέρους, με νέους, με πλούσιους και φτωχούς και ανάλογα μου δίνουν λεφτά.»[vi] Η Μπέττυ ξανά: «Την τελευταία φορά που έφυγα απ’ το σπίτι τριγύριζα στην Ομόνοια. Δεν ξέρω τι μας τραβάει όλους εμάς σ’ αυτή την πλατεία. Εκεί συναντήθηκα με τη Μαριλένα, μια δικιά μας. Εκείνη μισόβγαινε τραβεστί».[vii]
Ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ένας αιρετικός λαογράφος της Αθήνας (και αυτός Θεσσαλονικιός, παραδόξως) έχει συνδεθεί κυρίως με τα Εξάρχεια όμως θα ασχοληθεί και με την Ομόνοια σε μια μονογραφία:  «Στην Αιόλου και Σταδίου ήταν το ξενοδοχείο ‘Ακρόπολις’ που για δεκαπέντε χρόνια -1960/75- ήταν πολυπορνείο, με δεκάδες ιέρειες του έρωτα, όλες νεαρές κι άβγαλτες –προς δόξα των ταβατζήδων και των σωματεμπόρων!»[viii] Στο θέμα της ομοφυλοφιλίας και των τραβεστί θα αναφερθεί αλλού: «Ακόμα, πολλοί τραβεστί κι άλλοι ομοφυλόφιλοι σύχναζαν και ψωνιζόντουσαν μεταξύ Αθηνάς και Πειραιώς, επί της πλατείας. Οι αστυνομικές επιχειρήσεις του τότε Τμήματος Ηθών και Λεσχών ‘Αρετή’ και ‘Αφροδίτη’, γινόντουσαν με συχνότητα τέσσερις φορές το χρόνο. Τα hold-ups αυτά, ήταν ασαφή και αφορούσαν στην αγοραία πορνεία και το κυνήγι των μικροπωλητών, καταστάσεις που πληθαίνουν καθημερινά, ακόμη και έως σήμερα.»[ix]

Τα προμηνύματα της σημερινής κατάστασης
Είναι τόσο προφανές ότι η Ομόνοια του Ιωάννου δεν υπάρχει πια ώστε καταντάει κοινότοπο να το επαναλάβει κανείς. Όταν ο συγγραφέας προέβλεπε τον θάνατο της πλατείας όταν κλείσουν τα παραδοσιακά καφενεία, είχε ίσως ένα δίκιο. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της –τότε- λειτουργίας της πλατείας ήταν τα καφενεία, ισόγεια, σε όροφο ή σε υπόγεια. Οι gay συναλλαγές ατόνησαν, και οι λόγοι που το προκάλεσαν υπονοούνται ήδη από τα γραπτά του Ιωάννου: «Στην Ομόνοια καπνίζεται πολύ τσιγάρο κι ακόμα λένε για ναρκωτικά. Ότι εδώ διακινούνται τέτοια πράγματα και, φυσικά, κινούνται άτομα του είδους αυτού. […] Τα ναρκωτικά είναι εχθρός του έρωτα και τα απεχθάνονται οι συνειδητοί ερωτικοί όλοι. Πολλά από τα θεόρατα αυτά παλληκάρια, που υποβάλλουν με τη θωριά τους και την ιδέα των οργίων ακόμη, δεν έχουν πια ορμές, τους έχουν κάψει σύρριζα τα ναρκωτικά, είναι σαν ανίκανα. Και γι’ αυτό αρκετά επικίνδυνα απέναντι σε κείνον, που γίνεται ξαφνικά αφορμή να διαπιστώσουν και πάλι την αδυναμία τους. Είχαν ελπίσει προς στιγμή σ’ αυτή τη νέα γνωριμία που τους άρεσε και πήγανε το κατόπι της, όμως εκεί επαναλήφτηκαν τα ίδια και τα ίδια. ‘Φέρε μου ένα μαχαίρι να την κόψω!’ άκουσα ότι κραύγαζε κάποιος έξαλλα σε μια παρόμοια περίπτωση. Αλλά ας αφήσουμε την έννοια ‘μαχαίρι’. Υποθέτω ότι πολλοί που κάθονται εκεί σαν υπνωτισμένοι ή σαν τη νύχτα σκοτεινοί, υπό την επήρεια των ναρκωτικών έτσι κάθονται.  Μην ξεχνάμε ότι τώρα πια υπάρχουν και τα χαπάκια που παίρνονται ευκολότατα. Κάνουν και ενέσεις, φαίνεται, στα κρυφά. Την άλλη φορά βρέθηκε νεκρός ένας μέσα σε αποχωρητήριο του υπόγειου με τη σύριγγα στο μπράτσο. Ενώ το χασίς, που είναι πολύ ελαφρύτερο από τις ενέσεις, επειδή μυρίζει, δεν μπορούνε να το καπνίσουν εύκολα επί τόπου. Πάντως, δεν παρουσιάζεται συχνά χάσιμο του ελέγχου και σοβαρά επεισόδια. Τα φαινόμενα αυτά παρουσιάζονται καμιά φορά –δηλαδή φτάνουν στις εφημερίδες- στους πίσω δρόμους της περιοχής, γιατί τα στέκια εκεί είναι ειδικότερα και τα άτομα που συχνάζουν πιο γέρικα και πιο ρημαγμένα στο νευρικό τους σύστημα. Στην πρόσοψη της πλατείας έρχονται οι νέοι, που κρατούν ακόμα, γι’ αυτό και τα σμήνη των σαγηνευτών.»[x]

Ο μέσος Αθηναίος σήμερα έχει χαρακτηρίσει την πλατεία Ομονοίας ως τόπο μεταναστών και ναρκομανών. Θα αποφύγει να κατέβει εδώ για οποιοδήποτε λόγο, με τον ίδιο τρόπο που οι λευκοί κάτοικοι του Γιοχάνεσμπουργκ δεν κατεβαίνουν ποτέ στο κέντρο της πόλης το οποίο έχει «παραδοθεί» στους αφρικανούς κατοίκους. Ο μέσος Έλληνας Αθηναίος τείνει να ταυτιστεί με την κουλτούρα των βορείων προαστίων (τεχνικά, εκτός του Δήμου Αθηναίων) παρά τις εκάστοτε αναβιώσεις περιοχών του κέντρου (Ψυρρή, Μεταξουργείο) και τις φιλότιμες προσπάθειες φιλόδοξων Real Estaters να εξωραΐσουν τις υποβαθμισμένες περιοχές ώστε να τις μεταπουλήσουν ως art towns σε γκαλερί του εσωτερικού και του εξωτερικού (δυστυχώς η καλλιτεχνική επανάσταση που προσπαθήθηκε στα μέσα της δεκαετίας μας δεν επιτεύχθηκε ποτέ και σήμερα το όνειρο μοιάζει να έχει ναυαγήσει) ή σε lofts για εύπορους νέους επαγγελματίες και ζευγάρια (τα διαμερίσματα πουλιούνται δύσκολα γιατί οι νέοι κάτοικοι φοβούνται τι θα τους συμβεί όταν εξέλθουν από την πύλη του βαριά οχυρωμένου συγκροτήματος.
Ο μέσος Αθηναίος νιώθει τόσο ξένος με την εξωτική πλέον Ομόνοια σαν να τη βλέπει σε ντοκιμαντέρ για μακρινούς προορισμούς στην Ανατολή ή σε γκανγκστερική ταινία στο Σικάγο του ’30 ή το Μπρονξ του ’70. Ο Ιωάννου σε ένα μικρό, σχετικά, κομμάτι του βιβλίου του περιγράφει την πλευρά αυτή της Ομόνοιας (διακίνηση) που θα καταλήξει να την χαρακτηρίσει σήμερα και να παραμερίσει το gay ψωνιστήρι το οποίο, μετά το ’80, θα μεταφερθεί σε διάφορα, ελαφρώς πιο περιφερειακά, σημεία της πόλης όπως το κολυμβητήριο, το Ζάππειο ή το Πεδίο του Άρεως ή, ακόμη πιο ενδεικτικά της αλλαγής που έχει συντελεστεί, σε «επίσημα», νόμιμα gay clubs, κάθε άλλο παρά περιθωριακά ή χαμηλού προφίλ, με κυριότερο παράδειγμα το Factory της δεκαετίας του ‘΄90. Σήμερα τα free press και τα lifestyle περιοδικά αφιερώνουν πιο πολλές σελίδες στην gay δραστηριότητα απ’ ό,τι στην straight. Προφανώς ο Ιωάννου δεν μπορούσε να φανταστεί ή να προβλέψει μια Ομόνοια, η οποία στιγμές το βράδυ θυμίζει σκηνές από ταινίες όπως η Απόδραση από τη Νέα Υόρκη ή το Ζόμπι 4. Κανείς δεν θα μπορούσε.  Τότε. Και κανείς δεν θα μπορούσε τότε, το 1980, να προβλέψει την κατάρρευση των καθεστώτων  της Ανατολικής Ευρώπης, το εμπόριο λευκής σαρκός που αυτή η κατάρρευση προκάλεσε ή τις μάζες των παράνομων οικονομικών μεταναστών από την Αφρική, το Αφγανιστάν, το Κουρδιστάν ή το Πακιστάν και των νόμιμων από την Αιθιοπία, την Κίνα, τις Φιλιππίνες. Κανείς δεν θα μπορούσε τότε. Αυτοί οι μετανάστες εποίκισαν περιοχές του κέντρου που εγκαταλείφτηκαν από τους προηγούμενους κατοίκους τους που μετανάστευσαν στα προάστια, περιοχές που γειτονεύουν με την Ομόνοια, όπως τα Πατήσια ή η Κυψέλη. Αν για τους ανθρώπους του ’80 ήταν αδύνατη η πρόβλεψη, άραγε είναι εξίσου και για μας; Έχουμε δεδομένα για να φανταστούμε την Ομόνοια του 2040 (και κατ’ επέκταση την Αθήνα); Αν η εξέλιξη μιας πόλης είναι ένα γράφημα που βασίζεται στην επέκταση των ήδη υπαρχόντων δεδομένων, η πρόβλεψη θα προκύψει από την επέκταση των γραμμών του γραφήματος όπως έχει ήδη διαμορφωθεί. Η μετανάστευση θα κλιμακωθεί σταδιακά και ίσως το 2040 οι κάτοικοι της Αθήνας που δεν θα έχουν γεννηθεί στη χώρα θα ξεπεράσουν σε αριθμό τους γηγενείς. Στο μεταξύ όμως θα έχουν προκύψει δεύτερες και τρίτες γενιές γόνων μεταναστών πλήρως (ή περίπου) αφομοιωμένων στην ελλαδική κουλτούρα. Πιθανόν όταν τους ρωτούν από πού είναι να απαντούν την χώρα καταγωγής τους όπως πολλοί σημερινοί Αθηναίοι επικαλούνται το χωριό του παππού τους όταν δέχονται την ίδια ερώτηση. Πιθανόν όμως να απαντούν «από δω» και να μη γνωρίζουν καμιά άλλη γλώσσα πέραν των ελληνικών (και φυσικά των αγγλικών). Ή η ίδια η καταγωγή τους να είναι ένα αμάλγαμα προγόνων διαφορετικής εθνικής προέλευσης, ελληνικής ανάμικτης με ξένης, ξένης με ξένης.


Όλα αυτά θα συμβούν, όμως, με την προϋπόθεση ότι η ελλαδική οικονομία θα αντέξει τη συντήρηση των κατοίκων της. Αν, όπως όλα δείχνουν τη στιγμή που γράφονται  αυτές οι γραμμές, η οικονομία καταρρεύσει, τότε μια νέα μαζική μετανάστευση –προς τα έξω αυτή τη φορά, των νεοφερμένων πρώτα και μετά ακόμη και των γηγενών ελλήνων όπως τότε, στον εικοστό αιώνα. Ίσως έτσι, με τη συνείδηση της ιστορικότητας του φαινομένου, απαλειφτούν και οι τελευταίες εκδηλώσεις ρατσιστικής διάθεσης. Ή ίσως πάλι, η σταδιακή εξαθλίωση του συνόλου του πληθυσμού προκαλέσει ένα κύμα ρατσιστικού μίσους προς την αναζήτηση των «φταιχτών» της καταστροφής. Ίσως τότε δούμε συγκεντρώσεις και ρήτορες όπως στη Γερμανία μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο. Τότε ίσως η Αθήνα, η Ομόνοια γίνει ένα πεδίο μάχης όπου μελανοχιτώνες εθνικόφρονες θα συγκρούονται με αλλοεθνείς αντάρτες, οι τραβεστί θα κυκλοφορούν με καλάσνικοφ και τα πρεζόνια θα περιφέρονται σε υπόγεια καταφύγια. Αν αυτό το, εξαιρετικά δυσοίωνο σενάριο έχει οποιαδήποτε βάση, τότε η Ομόνοια που ζούμε σήμερα είναι κάτι σαν τουριστικό θέρετρο. Μήπως λοιπόν πρέπει να την απολαύσουμε, όσο ακόμα μπορούμε;

Βρε πόσο άλλαξε…

Στο λόγο του Γιώργου Ιωάννου δεν αναγνωρίζω τη σημερινή Ομόνοια. Στις φωτογραφίες του Ανδρέα Μπέλια δεν αναγνωρίζω τους σημερινούς Έλληνες. Για την ακρίβεια, αν δεν διάβαζα τις ελληνικές επιγραφές, θα πίστευα ότι βλέπω stills από τη σκηνή στο καφενείο στην Ιστάνμπουλ από το Εξπρές του Μεσονυχτίου. Αυτές οι άγριες, ταλαιπωρημένες, μυστακοφόρες φάτσες πιο πολύ προσομοιάζουν στους σημερινούς μετανάστες, «ξένους» που κάθονται στα ίδια πεζούλια στις εξόδους του Ηλεκτρικού που τότε κάθονταν οι γηγενείς. Ο μόνος τρόπος να συμφιλιωθώ με μια ιστορική συνέχεια αυτού του τόπου είναι ν’ αποδεχτώ ότι οι «ξένοι» είναι οι πραγματικοί Έλληνες του ’80 (και ακόμη πιο πριν, φυσικά). Οι άλλοι Έλληνες, αυτοί που μένουν στα βόρεια προάστια, φοράνε design ρούχα και μοιάζουν πιο πολύ με τους πρωταγωνιστές των τηλεοπτικών σειρών από την Κολομβία ή τη Βραζιλία παρά με τους προγόνους τους του ’80 απλώς δεν είναι αληθινοί. Ίσως γι’ αυτό δεν τους βλέπω ποτέ πλέον στην Ομόνοια. «Αλλά ας μην προχωρήσουμε σε μνημόσυνα», όπως έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου. «Ήδη η Ομόνοια μοιάζει με τούρτα μνημοσύνου».


[i]
[i] Αναδημοσιευμένο στο: Λεωνίδας Χρηστάκης, Γυρίζει, γυρίζει φριχτά: η Ιστορία της Ομόνοιας, Ανάδρασις, 1998, σ. 25-30. Έχει κρατηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου προσαρμοσμένη στο μονοτονικό σύστημα.

[ii]
[ii] Γιώργος Ιωάννου, Ομόνοια 1980, Κέδρος, 1980, σ. 20.

[iii]
[iii] Ιωάννου, σ. 28-30.

[iv]
[iv] Μπέττυ, …Πόσο πάει;, Νεφέλη, 1980, σ. 16.

[v]
[v] Κώστας Τσαρούχας, Αγόρια στην Πορνεία, Κάκτος, 1981, σ. 22.

[vi]
[vi] Τσαρούχας, ό.π., σ. 42.

[vii]
[vii] Μπέττυ, ό.π., σ. 85.

[viii]
[viii] Χρηστάκης, ό.π., σ. 14.

[ix]
[ix] Ό.π., σ. 22.

[x]
[x] Ιωάννου, σ. 32-6.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s